Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Φυγή και πάλη.

                                           


 Ο ορίζοντας δεν έλαμψε απόψε.
Απέστρεψε το βλέμμα του 
από τα όλο πάθος δάση
και γύρεψε σ' άλλο πλανήτη
τη ζεστασιά και τη δροσιά.
Τύλιξε τα όπλα ένα ένα
και χάιδεψε για τελευταία φορά
το παιδί που έστεκε στα σκαλιά του βραδινού τρένου.
Ήθελε να του ανταποδώσει όλη την οικειότητα,
όλη τη βραδινή συγκίνηση κι όλη την κρυμμένη δύναμη
αλλά έμειναν τα μάτια του να κοιτάνε παγωμένα
παρακαλώντας ένα δάκρυ τουλάχιστον
να ζεστάνει τη φυγή.
Κι ύστερα κοίταξε αλλού,
στα αιώνια καρποφόρα χωράφια,
ενθυμούμενος όλα του τα ταξίδια.
Τις ελπίδες και τις πίκρες που φανέρωνε ο κάθε δρόμος,
ο κάθε κύκλος της ρόδας.
Αναπάντεχα κλείστηκε στο αιμάτινο πάρκο
για να συντροφεύει όλα του τα ξεχασμένα φυτά,
όλη την ένταση και τη θέληση του Ήλιου
για νέα και νέα ξανά ζωή.
Αφήνει μόνο αυτό το γράμμα,
σαν μήνυμα για νεώτερες πηγές,
σαν μνημείο της θέλησης για ξεπέρασμα των αιώνιων και ανίκητων πάγων.

Χέρι που τρέμει (από συγκίνηση).





Ονειρεύτηκες ότι η νύχτα
άφηνε τα όνειρά σου εκτεθειμένα
στις απειλές των παλιών φίλων.
Μετρούσες κάθε απόγευμα
πόση λύπη χωράει 
σε κάθε σταγόνα από το ποτάμι που ξεδίψασες. 
Περίμενες με έκπληξη
ένα σημάδι από τον αγαπημένο ουρανό
και ράντιζες το χώμα
με την ελπίδα το αυριανό λουλούδι
να ομορφήνει τους εφιάλτες σου.
Δεν ήταν απειλή η κραυγή της άλλης πλευράς
ήταν κλάμα για το νεογέννητο παιδί που χάθηκε
καθώς εξερευνούσε όλο το φάσμα της ανθρώπινης αγάπης.
Δως μου μόνο ένα κλαδί από το δέντρο μας
να με συντροφεύει κάθε φορά που η στεναχώρια
σκίζει τους κοιτώνες των χαμένων εραστών.
Κυλήσου στο πάτωμα
αναμένοντας τη λύτρωση στα μάτια της αναγεννημένης καταγίδας.
Ντύσου με την προβιά των χαμένων αγαθών,
κι ας είναι λίγα για να διώξουν το κρύο που έρχεται.
Κι αν περιμένεις το φως να διακοπεί από την οικεία σκιά,
γύρεψε καλύτερα στο οικείο σου φως
την απάντηση στο όλο θλίψη κοίταγμά σου στον ορίζοντα.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Νέα Ανατολή.



                                      


Κρατώντας στα χέρια
και στην αγκαλιά 
το κουφάρι ενός Νέου, Περήφανου Κόσμου
απευθυνόταν στις ψαλμωδίες των παλιών Θεών,
εν μέρει για παρηγοριά  
κι εν μέρει για έναν ακόμα σοβαρό λόγο ταξιδιού.
Το φως δεν είδε ακόμα τα αποτρόπαια
θλιμμένα όνειρα του σκότους.
Δεν κράτησε στα χέρια του 
τα δέντρα της απόλαυσης 
ούτε χόρεψε με νεράιδες του πόθου που καραδοκούν 
σε κάθε μονοπάτι του παλιού μονοπατιού.
Μόνο χάιδεψε λίγο, 
ίσα που το νιώθεις, 
τις φλέβες ενός θλιμμένου αύριο,
και χόρεψε σε καταρράχτες φωτιάς και ηδονής
για τις νύχτες που γεννιούνται από δω και πέρα.
Είναι άραγε άξιο το λιοντάρι της νιότης
να ζέψει όσα αγαθά πλούτισαν τα βουνά μας;
Είναι δυνατός
ο ιππότης του ανέφελου σκότους
να διώξει με απάθεια
τους εχθρούς της γδαρμένης ντροπής;
Είναι αρκετά τα όνειρα
να ζέψουν τα άλογα 
για μια νέα πατρίδα;
Δεν πικράθηκα τόσο 
από την πρόσμονη 
όσο από το σκοτάδι 
των μονοπατιών
που η πένθιμη, πολεμική καμπάνα προμηνούσε.
Μη θλίβεσαι από όσα ονειρεύτηκες,
οι μέρες που έρχονται
προμηνύουν οργή μεγάλη.






Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Το καράβι της φυγής.

 Ι)  Οι μέρες Θρήνου πέρασαν.
 

Σκηνή 25η: Μετά από χρόνια απραξίας,
τραβά το μακρύ δρόμο για μια νέα συνείδηση.
Ποια μονοπάτια περίμεναν τα βήματά του; 
Ένα τοτέμ στημένο στο κέντρο του σύμπαντος
καραδοκεί να γίνει η Γη που ξεκουράζει το ευγενές.
Μόνο στο σκοτάδι αποκαλύπτονται
όσα κρύβει ο καπνός ανησυχαστικού θυμιάματος.
Μόνο η αγγελία της βροχερής Συμφιλίωσης
στάθηκε ικανή να ταράξει τη βουβή νύχτα.
Μόνο το χαρωπό ηλιοβασίλεμα
ξεπέρασε σε ισχύ το βάρος των ημερών που έρχονται.
Οι μέρες Θρήνου πέρασαν.
Τι μας περιμένει 
στην άγουρη ακόμα λάμψη στον ορίζοντα; 




ΙΙ)  Σύννεφα Συμφιλίωσης.
  

Σκιές πάθους
σε μια νύχτα
που πέρασε σέρνοντας αέρινα πεδία και επιδιώξεις.
Τυλίγαμε με κέρινη φυγή
όσα δεν προσπαθήσαμε αρκετά να φωτίσουμε.
Ξεραίναμε τα λουλούδια 
για να διατηρήσουμε σε νεκρική αιωνιότητα 
το άρωμά τους.
Συννεφιάζαμε κάθε αυγή του Χθες
που φώτιζε παραπάνω από όσο αντέχουμε.
Δεν αποστρέφω το πρόσωπό μου 
από όσα η ανεμελιά δε στάθηκε αρκετή 
να θρέψει.
Παρά με σύννεφα συμφιλίωσης
γράφουμε για όσα
το δίχτυ δε στάθηκε ικανό
να σύρει στην πολυκύμαντη απαξίωση.







ΙΙΙ)  Νεογέννητο, Φωτεινό Αστέρι.


Όταν κατάφερε με φόβο να δείξει... 
Καλωσόρισες στον εσωτερικό εαυτό μου.
Σε έκρινα άξια να συναντηθείς μαζί του.
Κυριαρχεί άπειρη σήψη,
αυτή που κρύβω με επιμέλεια και φθορά.
Κάποιοι προδώσαν τις θέσεις τους.
Άλλοι κυριάρχησαν με την αδυναμία τους.
Οι πιο πολλοί απλώς παρακολουθούσαν. 
Ταξίδευα εν αγνοία μου τόσα χρόνια
παρέα με τον άγνωστο γέρο 
και σημάδευε  το μέτωπό μου η ανησυχία 
ότι εγώ κι αυτός είμαστε το ίδιο πρόσωπο.
Πόσες νύχτες περάσαν από τότε; 
Ξύπνησα έστω και μια φορά
χωρίς τα σημάδια εφιάλτη στο πρωινό μαξιλάρι; 
Αποχαιρετούμε με αγαλλίαση τις Μέρες Θρήνου.
Αφήνουμε στο φονικό λιβάδι τα αγκάθια
-κι ας μείνουν οι ουλές τους αιώνια
χαραγμένες στο δέρμα- 
και φιλάμε με Ιερό Τρόμο  
το μονοπάτι που αγκαλιάζει
το Νεογέννητο Φωτεινό Αστέρι. 



 ΙV)  Η Νύχτα της Μέθης.


Οι αναπάντεχες κραυγές του δάσους
 χάρισαν μελωδικότητα στη νύχτα.
Η σιωπή πρόσφερε γαλήνια προετοιμασία
στις σιωπηλές μα υπερκόσμιες 
ανταλλαγές συνείδησης.
Πόσο μακρυά φτάνει η επιδίωξή σου;
Είναι η αγάπη σου
σκληρή και λαμπερή σαν διαμάντι,
σταθερή σαν ατσάλι,
γοητευτική σαν τα Μάτια της Νύχτας;
Ποιος θα αντέξει την Ημέρα της Μεγάλης Οργής;
Κάποτε έλεγες:
"Πώς μπορώ να ονειρευτώ, φίλε μου,
όταν δεν έχω μέσα μου ελπίδα;"
Τώρα αναρωτιέσαι
αν το όνειρο μπορεί να γίνει
κάτι παραπάνω από ελπίδα.
Τρυπάμε τη νύχτα 
με δόρατα ακονισμένα
στο χειμερινό κελάρι της προσμονής.
Ονομάζω ιερή 
αυτή την επιδίωξη του δόρατος
να σκίσει το πηχτό σκοτάδι!


V)  Η αρχή.

Περιμένοντας κάθε πνοή
σαν χάδι φύλλου στον ταξιδιάρη αέρα
σβήνουν τα αστέρια ένα ένα
στο δρόμο που πρωτοταξιδεύουμε. 
Τι σύννεφα έδωσαν απόκοσμη λαχτάρα στο δρόμο μας;
Γιατί τα παράθυρα κλείνουν πάντα
όταν οι τοίχοι τρέμουν με λυγμούς; 
(...)
Αρκετά!
Η νύχτα πέρασε, 
φτερούγες μάχης δίκαιης 
λάμψαν στις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Άφησε πια τον τόμο στο χρυσό, σκονισμένο κελάρι.
Σε περιμένουν όλα όσα είχες ξεχάσει κάποτε εκεί. 

(Κρονστάνδη, Αύγουστος 1918- Νότιες Ακτές, Αύγουστος 2013). 



Επίμετρο:
Η στιγμή περνά προτού την αγκαλιάσεις.
Τα αστέρια σβήνουν 
πριν προλάβεις να χαράξεις το όνομά τους.
Το τραγούδι σωπαίνει
πριν προλάβεις να αναγνωρίσεις τη μελωδία.
Άξιζαν, λοιπόν, τόσα δάκρυα, 
τόσες άυπνες νυχτες αγκαλιά με το προσφιλές, κρυμμένο σκοτάδι;
Όλα θα τα αποθηκεύσω με αγάπη
στο υπόγειο, προσεγμένο μου παλάτι
και θα προσμένω με αγαλλίαση κι όχι με βιασύνη
την άγια μέρα που η λαχτάρα για Χορό
θα νικήσει το φόβο του γύρω γκρεμού!
Φιλώ το μέτωπο με τις χρυσές σκέψεις,
φιλώ τα μάτια που κάθε νύχτα φροντίζαν για την κίνηση των άστρων,
φιλώ το στόμα που γλύκανε την πίκρα του χωραφιού και του λιμανιού,
φιλώ τα χέρια που δε φοβήθηκαν να σφίξουν την αιωνιότητα
και, τέλος, φιλώ κάθε άστρο που συνόδευε την ευγενική πορεία! 

(Νότιες Ακτές, Αύγουστος 2014). 




Μέρα Θρήνου Νο 570

                                        


Καλωσορίζω με φόβο τη γη που φώτισε τα γαλάζια μου βήματα.
Τη φιλώ σε κάθε της ομορφιά, στα ποτάμια, τα βουνά και τις θάλασσές της.
Βρέθηκα εδώ μετά από ταξίδι ανάμεσα στην πείνα και το θάνατο. 
Ο χρησμός της χθεσινής Πυθίας 
έδειχνε με πάθος τη λαχτάρα για νίκη. 
Αύριο θα ονειρευόμαστε άραγε με την ίδια χάρη
με την ίδια κομψή άνεση 
που περιμένει με ανυπομονησία 
λες και η αιωνιότητα τελειώνει το επόμενο λεπτό; 
Θα μπούμε σε νέα δάση να καλωσορίζουμε την Άνοιξη με σεμνές οργιαστικές τελετές; 
Θα δείχνουμε με την πλώρη κατά το Νότο, μέχρι τους αιώνιους πάγους; 
Πίσω από τη μαύρη κουρτίνα
ένιωσα μια σκιά να κινείται.
Δεν άκουσα αν μιλούσε,
δεν είδα τη ματιά της
αλλά αναγνώρισα μόνο το ήσυχο σαν ψίθυρο στο σκοτάδι βήμα της.
Ήταν πολλά βράδια που 
κοίταζα την κουρτίνα
και χαιρόμουν με την απουσία κίνησης.


"Το επόμενο θα είναι και το τελευταίο". 
Η κουρτίνα κινήθηκε,
η παγερή σιωπή μας τρύπησε αυτιά,
κανένας δε βάσταξε κι όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους πριν την καταιγίδα.
Μόνο το φεγγάρι αναπολούσε τον κρύο βροχερό χειμώνα.
Αλλά ήταν αρκετό για να πλακώσει στην ουδέτερη νύχτα μια κραυγή απόγνωσης. 
Μέρα Θρήνου Νο 570:
η καθησυχαστική σκέψη ότι το χάος πίσω από την κουρτίνα που δεν άνοιξες ποτέ 
έχει μορφή. 


(19 Ιουλίου 2013)

Μέρα Θρήνου Νο 546.

                                           


Γιορτάζουμε.
Για την πνιγμένη στη λησμονιά αθωότητα.
Για όλα τα παιδιά που δε θα ξαναδούν μια πεταλούδα
σαν να ήταν πρώτη φορά.
Πνίγουμε την ανυπομονησία
με σταλαγματιές από νέκταρ ξεχασμένο 
στους αιώνες των αιώνων. 
Κήποι και μακρινά δάση
δε θα χαϊδέψουν ξανά ποτέ 
την ήσυχη επιδερμίδα των ονείρων.
Ούτε το συντροφικό παράθυρο 
θα  μας κοιτάξει ξανά
σαν να εύχεται δύναμη στον αγώνα.
Περιμένουμε την κομμένη στα δύο νύχτα 
να μας συντροφέψει σαν φώτα μακρινής πόλης
σαν ανάμνηση χορού που δε χορεύτηκε ποτέ.
Ύστερα, γνωρίζουμε με ανέλπιδη σιγουριά
ότι πέρασε η Άνοιξη των χειλιών,
η χαρούμενη ευθυμία των ανοιξιάτικων πουλιών της νύχτας,
οι πόρτες που ανοίγουν σε Νέους Κόσμους, 
το τρένο που σπρώχναμε όλοι μαζί για τον αγαπημένο προορισμό. 
"Το τρένο σταμάτησε στο Βερολίνο",
ακούσαμε στις βραδινές ειδήσεις.
Ίσως να ήταν αυταπάτη
αλλά πόσο άγιο είναι το ψέμα
που δίνει μια θεϊκή ουσία στον άνθρωπο; 
Κάναμε βόλτα στα στενοσόκακα Παρισιού το '71,
αγναντεύαμε το αυγουστιάκο φεγγάρι,
σχεδιάζαμε ταξίδια στις πόλεις της κόκκινης νύχτας, 
λίγα σου είναι όλα αυτά;
Καμιά δύναμη πια δεν ταξιδεύει
εκεί που γερασμένες φωνές δεν κοιτάζουν πια στο λιμάνι
αλλά στο χάος που πλανιέται κάτω από τα πόδια μας. 
Μέρα Θρήνου Νο 546:
Θα μπορούσα να σου πω κι άλλα
αλλά ξέρω ότι περιμένεις κι απόψε την καθημερινή, καθιερωμένη επίσκεψη.  


(26 Ιουνίου 2013)

Φλεγόμενος χορευτής.

                                      


Για μια νύχτα πίστεψα
στην αλήθεια των χειλιών,
στο κάθε άγγιγμα ανέμου που έδινε ενδιαφέρον στο σκοτάδι.
Οι μοναχικοί οδοιπόροι των βουνών
δεν περιμένουν ανταμοιβή για τους κόπους τους.
Οι κόποι τους είναι η ανταμοιβή τους.
Το νυχτερινό επαναλαμβανόμενο μέτρημα
μόλις ξεκινά.
Θα δεις τα δέντρα που σε συντρόφευαν στην απεγνωσμένη απόλαυση.
Τα λιμάνια που κανείς δεν περίμενε.
Τους φάρους που άναβαν χωρίς λόγο.
Τα νερά που δεν περίμεναν καμιά θάλασσα συμφιλίωσης.
Ωστόσο, ακόμα και στις εποχές των γκρεμισμένων αστεριών,
αδέρφια μας πιστεύουν στων χειλιών την αλήθεια.
Τι περίμενες καθώς χόρευες στην κορυφή;
Την κατανόηση αυτών που ανάβουν τους φάρους χωρίς νόημα;
Περίμενες αγαπημένους συγγενείς στην προκυμαία;
Ή μήπως την αναπάντεχη σιγουριά ότι αλλάζουν οι εποχές 
πριν αλλάξει η αντίληψή μας για αυτές;
Μέρα Θρήνου Νο 535:
Η απεγνωσμένη προσπάθεια να πεις την αλήθεια,
όταν το Ψέμα σου σε περιμένει στην επόμενη γωνία.

Μέρα Θρήνου Νο 535.

                                       


                                             Χαμένες νύχτες έγιναν μέρες χωρίς νόημα.
Κανένας δεν κοίταξε πέρα από τον τοίχο που υψωνόταν μέρα με τη μέρα
στο χρώμα του ουρανού.
Η μονιμότητα καθαγίασε την οργή.
Τα βήματα μας έφεραν πιο μακρυά από όσο περιμέναμε.
Κάθε μικρό φως μες στο σκοτάδι ήταν μια δικαιολογία για όσα ακολούθησαν.
Κοίταξε για τελευταία φορά κάθε κομμάτι της μηχανής
προτού το αφήσει για πάντα στην αποθήκη
κι αποχαιρέτησε με φωνές απόκοσμες την ίδια ύπαρξη.
Δε μπορεί να ρυθμίσει τη ροή από συναισθήματα και ένστικτα.
Παρά σε κάθε καινούρια λέξη
δηλητηρίαζε με φθόνο για έναν απρόσωπο εχθρό.
Το βήμα του ταίριαζε.
Είχε το πρόσωπο που εναντιωνόταν.
Γιατί να μην είναι αυτός;
Τον χρειαζόμαστε, άλλωστε.
Για να δικαιολογήσει κάθε τρέκλισμα,
για να δώσει ζωή θανάτου σε κάθε νύχτα χωρίς νόημα.
Μέρα Θρήνου Νο 535:
Καθώς θυμάσαι, 
να χαίρεσαι για τη νύχτα που έγινε μέρα.

Η μυστικότητα του Τρόμου.

                                         

                                           





 Τα χέρια γύρω από το λαιμό
με αγάπη ατελείωτη να δίνουν και να παίρνουν αυτό που κανείς δε μπορεί 
να δώσει ή να πάρει.
Χτες ήταν σε μια πλατεία, σε ένα μοναχικό παγκάκι.
Αύριο, μπορεί να συντροφεύει τις ώρες κάποιου που φτερουγίζει προς το παρελθόν.
Ποιος ξέρει;
Η σιγουριά σκότωσε τα πιο παράτολμα πετάγματα.
Με μια σφεντόνα γυρισμένη προς τον ουρανό
παρακολουθούσε κλαίγοντας όλα τα προηγούμενα βράδια
τη μοίρα να γεννιέται. 
Όταν τα αστέρια άλλαξαν πορεία
κι ο κύκλος των εποχών γύρισε αναπάντεχα
δεν το είχε καταλάβει, 
το είδε μόνο σε ένα σύννεφο,
το άκουγε στην ηρεμία του βυθού.
Εκεί τριγύριζαν κάθε βράδυ
κλεισμένοι στη μακαβριότητά τους
όλοι οι φρουροί της άνοιξης
αυτοί που δεν εγκατέλειψαν ποτέ 
το χυδαίο τους έργο. 
Τα λόγια ήταν περιττά.
Τα λόγια ούτε καν ακούστηκαν.
Μόνο μια ενόχληση πιο ανεπαίσθητη από απαλό ήχο
μα τόσο δυνατή που ανατίναξε τα γύρω βουνά.
Μέρα Θρήνου Νο 534:
ένα ταξίδι πού και πού
είναι χρήσιμο για τον καθένα.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Μέρα Θρήνου Νο 530

                                          

Ο τόμος έκλεισε με μεγάλο πάταγο.
Το πρόσωπο του καλόγερου κοίταξε στον καθρέφτη με ανακούφιση
και φόβο αβέβαιο μαζί. 
Ποιος ερχόταν;
Ποιος καβαλάρης ακουγόταν αδιάκοπα τις τελευταίες νύχτες;
Τη μέρα μόνο φήμες τριγυρνούσαν, μεθυσμένες στα ξεχασμένα καπηλειά,
σχεδίαζαν συνωμοσίες που γκρέμιζαν και έχτιζαν τα θεμέλια της Γης σε ένα λεπτό.
Αλλά κάθε νύχτα γινόταν πιο μικρή, καθώς η βιαστική ανάσα
γέμιζε με ανησυχία το μικρό κελί. 
"Ποιος πρόλαβε να διαβάσει τον τόμο πριν από μένα;
Ποιος υπογράφει τις σελίδες αυτές;
Τι γύρευα χτες τη νύχτα στην πλατεία των αναμνήσεων;"
έγραφε ο καλόγερος στο τείχος των επιθυμιών.
Την είδα χτες και έλιωνε η ομορφιά της
σε ένα χλωμό φεγγάρι
ξεχασμένο από καιρούς αλητείας και περιφρόνησης.
Ήχοι του χτες ακούστηκαν με άλλο χτύπο σήμερα.
Καιρός πια για πάλη ή φυγή! 
Φυγή από ποιον; 
Ποιος με περίμενε χτες στην πύλη 
και με φιλικό χτύπημα με καλωσόρισε στο εξεγερμένο μαρτύριο;
Πού τον είχα ξαναδεί; 
Ήταν σε κάποιο άλλο μοναστήρι, 
ίσως σε κάποια από τις πολλές γαλλικές επαναστάσεις;
Μεθούσαμε μαζί το βράδυ που οι εφτά έριξαν το Μάγο.
Χτυπούσαμε δυνατά παλαμάκια 
κάπου στη βόρεια Μαδαγασκάρη με τον Κάπτεν Μίσιον.
Ψάχναμε τη γέφυρα 
μα, το πιο αποτρόπαιο μυστικό:
Ψάχναμε και τρόπο να τη γκρεμίσουμε.
"Σε περίμενα καιρό και σήμερα που ήρθες ήταν πρώτη φορά που σε αναπολώ", 
αποκρίθηκε ο φύλακας της Πύλης,
καθώς χτυπούσε φιλικά την πλάτη.
Μέρα Θρήνου Νο 503:
Ο τόμος έκλεισε με μεγάλο πάταγο.
Το πρόσωπο του καλόγερου κοίταξε στον καθρέφτη με ανακούφιση
και φόβο αβέβαιο μαζί. 
Για τις νύχτες που έρχονται... 


(12 Ιουνίου 2013).

Μέρα Θρήνου Νο 453.

                   

Ήμασταν εκεί
όταν στέναζε το παιδί της Αλήθειας
με κύματα αποτρόπαια μα και τόσο δημιουργικά.
Ραντίζαμε με κάθε νότα
μια χωρίς νόημα και έλεος νύχτα.
Δίναμε με υπομονή
κάθε χτύπο 
για ένα κοινό, ισορροπημένο σκοπό.
Νοικιάζαμε τις μικρές χαρές 
για χάρη μιας μεγάλης,αναπάντεχης φρίκης.
 Όταν οι εποχές άλλαξαν
και ο χρόνος ξεκίνησε πάλι την τρελή του βόλτα,
ποιος ήταν σίγουρος ότι θα αντέξει;
"Την Ημέρα της Μεγάλης Οργής
ποιος είναι βέβαιος ότι θα σταθεί όρθιος;"
Ενδιαφέρουσα ερώτηση για να κλείνεις
υπόγειες συνομιλίες.
Για να αφήνεις κάθε σιγουριά
για χάρη μιας αβεβαιότητας
που κάθε βήμα στον πίσω δρόμο
έσπρωχνε με πάθος τη ροή της.
Τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία.
Ο χρόνος και ο τόπος έχουν συμβατικά και μάλλον τυχαία επιλεγεί.
Σημασία έχει αυτό που γίνεται, 
όχι σαν μεταφυσική παθητική δράση 
ούτε σαν απλό άθροισμα των επιμέρους κομματιών.
"Το όλο είναι κάτι περισσότερο από άθροισμα των μερών του".
Θυμάσαι;
Τέτοιες σκέψεις έκανες 
καβαλώντας το άλογο 
στις γενναίες νυχτερινές εξορμήσεις!
Έβλεπες από μακρυά ο,τι κοντά τώρα κείται 
και σκεφτόσουν
"άραγε, θα μπορέσω μια μέρα να το βλέπω σαν φάντασμα;
Θα αντέξω να το βλέπω σαν φάντασμα;"
Οι μέρες κυλάνε όχι με μανία ούτε με προσμονή.
Μοιάζουν με λατρεμένη μάνα που ποτέ δε συνάντησες.
Μοιάζουν με γεράκια που ο ήχος τους στοίχειωνε τα όνειρά σου.
Τέλος, μοιάζουν με τη φωνή του γείτονα
που μόνο τον ήχο του αυλού του άκουγες
κάθε που η νύχτα έδιωχνε τα σκοτεινά της φύλλα από το φόντο του ουρανού.
"Σκηνή 3η: ο θρόνος γκρεμίζεται, η όρεξη για λαγνεία γίνεται ακάνθινο στεφάνι,
κάθε κορεσμένη επιθυμία
επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε,
ο ήρωας Νο 1 αποχαιρετά για πάντα τον ήρωα Νο 2.
Ύστερα, Σιωπή:
Για τότε, για τώρα, για πριν και για μετά, για ποτέ και για κανέναν,
για όλους και για πάντα."
Όχι, ο συγγραφέας του έργου δεν τα θυμάται καλά...
Ήρθε η Σιωπή-αλίμονο αν δεν ερχόταν-
αλλά προηγήθηκε μεταμέλεια, οργή, ταραχή και μια όρεξη για επιστροφή σε πηγές χωρίς χρόνο.
Αλήθεια, το σκεφτόσουν τότε;
Δεν το περίμενες ότι τα δάση θα βούϊζαν τώρα πια
από την ύπουλη φωνή της ανευθυνότητας.
Δεν ήξερες ότι κάθε πηγή 
διψά πιο πολύ από τον πιο διψασμένο διαβάτη;
"Σκηνή 5η: Ο ήρωας Νο 1 και ο ήρωας Νο 2 (ξέχασα να σας πω 
ότι το φύλο είναι συμβατικά επιλεγμένο)
χαιρετάνε την Άβυσσο με μάτια που κοιτάζουν στις ανόσιες νύχτες της Περσεφόνης.
Ξανά, ναι. Δεν περίμενε κανείς ότι το στοίχειωμα θα ήταν μια επιπόλαιη νεανικότητα.
Μα αποδείχτηκε πιο επιπόλαιο κι από την πιο ώριμη απόφαση.
Ναι, τότε, εκείνες τις φαντασιακές νύχτες,
πλέοντας σε πέλαγο βροχής και δακρύων
-όχι σαν τα δάκρυα που καθρεφτίζονται τώρα απέναντι-
έφτανες το αδύνατο και συνάμα το σκλάβωνες.
Μέρα Θρήνου Νο 453 (ή μήπως όχι;):
Εσύ επιλέγεις πώς θα την τιμήσεις.
Αν έμαθες κάτι στη μακρινή αυτή πορεία είναι ότι
δεν υπάρχει διαφυγή.
Αν δεν έμαθες κάτι σε αυτή τη μακρινή πορεία,
είναι ότι...
(...)
Ας μην το καθυστερούμε άλλο, αγαπητοί.
Η αναβίωση της Νύχτας της Περσεφόνης
μόλις ξεκινά!  
 
 
(18 Μαρτίου 2013)

Από αέρα αλλοτινού γλεντιού (Ύπνος στον Άνεμο).

                                       

Πέρασαν χρόνια.
Το χέρι που με πάθος πάλευε στα κύματα
ζητιανεύει τώρα συγκίνηση.
Μεθάει στα ηδονικά όνειρα 
από αέρα αλλοτινού γλεντιού.
Ακολουθεί πάλι τα ίδια βήματα
για να παρηγοριέται
ξαναζώντας
παλιές, ζεστές σαν καταφύγιο, ταβέρνες.
Πόσο θα περιμένει;
Τι είναι το πλάσμα 
στην άλλη άκρη του δρόμου;
Γνωστή μορφή, χρώματα από το παρελθόν
και μια λαχτάρα
για όσα πήρε ο άνεμος.
Δε θα ξανακοιμηθώ...
Ξέρω πως πάλι 
ο ίδιος επισκέπτης θα έρθει
να ξαναταξιδέψουμε στην ίδια
κυκλική 
μαρτυρική
διαδρομή.
Προτιμώ να πλάθω με τη λογική τους εφιάλτες!
Μισούν ο,τι κι εγώ...
Χαϊδεύουν το χέρι που προχτές με ζέσταινε...
Ταξιδεύουν στα μεθυστικά αμπέλια 
που τη ζαλάδα τους ακόμα αναπολώ...
Μέρα θρήνου Νο 105:
Είναι το μικρό σου μυστικό...
Το βουβό γλέντι που κρύβουν
τα πέπλα της νύχτας...

Αναμνήσεις από το σπίτι της Αναμονής.

                               

                                           


Δάγκωσε απότομα τα χείλη.
"Αυτό συνέβη σε κάποιον άλλο, σίγουρα!!!"
Περίμενε με πάθος το ταξίδι,
αυτό που λάτρευε
και του θυσίαζε ύπνο και δύναμη.
Ποιος μοχθηρός θεός μας έστησε αυτή τη φαρσοκωμωδία;
Μήπως δεν το περίμενα το ειρωνικό χειροκρότημα
σαν η Σκηνή αποφάσισε να κλείσει;
Αν κατακλύζεσαι από μίσος, 
πρέπει να ξέρεις καλά
πού να το στρέψεις...
Μέρα Θρήνου Νο 105:
Έχεις πολλά να διηγηθείς 
κι απόψε 
στους συνδαιτημόνες.

Απολογία από το κελί

                                   

                                       

Δε θα κρυφτώ.
Ο κατήγορος
μου έπλεξε το εγκώμιο 
που τόσο καιρό πάσχιζα στο εαυτό μου να χαρίσω.
Άναψε κρυφές φωτιές
για να φωτίσει τα μάτια που αναζητούσαν
τη γωνιά εκείνη της Αλήθειας.
Είναι φίλος μονάκριβος.

Ναι, πρόδωσα...
Ναι, έκοψα το σκοινί και άφησα
κάτω στην άβυσσο
τα χρόνια να κυλήσουν.
Ναι, σταύρωσα κάθε αστέρι
από αυτά που ανακαλύψαμε μαζί
στο κοινό ταξίδι.
Ναι, δεν πότισα με αγάπη το πολύτιμο δέντρο
αυτό που δυο ουρανοί γεννήσαν 
σ' εκείνη τη μυστική, βραδινή παράσταση 
στο θέατρο της ακτής.
Ναι, ξέχασα τα ονόματα των αστεριών,
αυτά που με χέρια που σμίγαν προς τον ουρανό, 
μαζί είχαμε ονομάσει.
Το Όνειρο
παρασύρθηκε 
από τη Μάσκα που φορούσε
και τσακίστηκε στον τοίχο 
που απέφευγα δειλά να γκρεμίσω.
Μέρα Θρήνου Νο 105:
Δε θα την αποφύγω, είναι δική μου.
Ο,τι απέμεινε από την εποχή
που οι αυλές ανθίζανε 
στα πρώτα χαμόγελα της Άνοιξης.

Ceremonial Blues

                                      

                                                              


Ξεπλήρωσα το σημερινό μου χρέος.
Βάφτισα όσα ανώνυμα γέννησε η μέρα.
Τα μύρωσα με μαύρο λάδι.
Έκοψα τα μαλλιά τους και τα έβαλα 
στη σειρά
να κοιμηθούν ευτυχισμένα.
Και τώρα;
Ο καθένας θα κοιμόταν ευτυχισμένος...
Όμως
το χέρι του Δικαίου
μπορεί να θρηνεί για τα πάθη των πεύκων 
αλλά δε σταματά ποτέ να χαϊδεύει ερωτικά με γυαλόχαρτο
κάθε γλυκιά ψυχή που πίκρα πότισε
στα μακρινά παιδιά της Νύχτας.
Σηκώνομαι από την ομίχλη 
με βλέμμα έτοιμο να δέχτει 
τα κόκκινα μάτια του φιδιού 
και να δαγκώσει ερωτικά την Άβυσσο.
Δεχτήκαμε, άραγε, αρκετό δηλητήριο σήμερα;
Γλεντήσαμε για τις λίγες ακόμα ώρες που περνάμε 
έξω από την ταχύτητα του κύκλου;
Μαχαιρώσαμε κάποιου την καρδιά
ώστε να δούμε αν το αίμα της
κινήθηκε εναντίον μας;
Ο,τι κι αν είναι οι λάμψεις στον ορίζοντα,
μην ασχολείσαι μαζί τους.
Έχεις ακόμα πολλά να μάθεις
(...)
Θα απολαύσεις τους καρπούς του μόχθου,
του κόπου και του ιδρώτα του προσώπου σου.
Μέρα Θρήνου Νο 101:
Όπως κι αν τη γλεντήσεις,
φρόντισε μόνο να είναι με καλούς φίλους...


Μέρα Θρήνου Νο 101

                                         

                                               


Τι γίνεται
όταν οι ανάσες της ντροπής κυκλώνουν το σκοτάδι;
Κι αν θα μπορούσα με πάθος και με δέος
να υπερασπιστώ όσα πρόδωσα;
Μ' ένα συκώτι μπλεγμένο 
ανάμεσα σε χίλιους συνειρμούς
κι ένα συρματόπλεγμα να διαπερνά
την ορατή πλευρά του νου
ετοιμάζεται η φυγή...
Φράχτης ξύλινος, σε αγρό βρετανικό
κι ένα κομμάτι ελέους
μουσκεμένο από τις λάσπες
στο χαντάκι δίπλα στο πεζοδρόμιο.
Δε μπορούσε να νιώσει πέρα από το κίτρινο
αυτό που κι οι άλλοι είδαν 
πολύ πριν από αυτόν.
Μόνο τη χαιρέτησε και την άφησε 
να τον ταξιδεύει χαμογελώντας
σαν χαρμόσυνη ανοιξιάτικη καμπάνα.
Όσο κι αν είδε πράσινο,
δε δίστασε να ονειρεύεται 
έναν κόσμο που θα αγγίζει και θα φιλά
ένα ουράνιο τόξο.
Μη μπορώντας να διώξει
όσους την πόρτα του χτύπησαν, 
αφέθηκε απλά στο αέναο ανελέητο σφυροκόπημα.
Το πουκάμισο και το χαμόγελο του πατέρα Ήλιου 
θυμίζουν μια μακρινή εκδρομή, 
από άλλον αιώνα,
που ποτέ δεν τέλειωσε 
και είναι σαν να μην έγινε ποτέ,
σαν να την περιμένει και να μην ξεκίνησε ακόμα,
σαν  να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα
κάθε δευτερόλεπτο της ημέρας.
Μέρα Θρηνου Νο 101:
Όπως κι αν τη γιορτάσεις,
κοίτα μόνο μην κοιμηθείς...
Μόνο μην κοιμηθείς...

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Μέρα Θρήνου Νο 347.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ι
Ήταν μακρύ
το ταξίδι ως εδώ.
Ανακαλύφτηκαν καινούρια νοήματα;
Σκάφτηκαν τα ζωγραφιστά ερρείπια;
Δώσατε στη θάλασσα αλάτινα φιλιά;
Διαλύσατε την άμμο από τα βαριά πόδια;
Δε σκέφτηκα
πως πριν καν ξημερώσει
έτρεχε το μεγαλείο, 
το ατσάλινο δάσος να αγκαλιάσει.
Μια ανυπαρξία ιδεών.
Ένα κυκλικός δρομέας.
Μια ιδεώδης απόσταση ανάμεσα στο κάθε χείλος.
Πράσινο χρώμα πεύκου
σε κάθε λασπωμένη πατημασιά.
Μέρα Θρήνου Νο 347:
Δώσε στο οικείο, καθημερινό προσωπείο
μια απαλή υφή,
στη σημερινή του πλαστικότητα.
ΙΙ Γράμμα στη βροχή.
Κι αν έγραφα,
θα θυμόταν
αυτές τις ιδιαίτερες καμπύλες του νου και του χεριού; 
Θα έβρισκε αστεία την απόσταση
ανάμεσα σε κάθε σκέψη;
Θα υποσχόταν το αδύνατο στο χθεσινό αύριο;
Θα περίμενε την καλόβουλη απάντηση 
του γέρου ουρανού;
Κι αν τα βουνά,
γεμάτα αναμνήσεις,
συναντιόνταν,
θα έκρυβε, με απόλυτη παγερότητα,
το Θρήνο που μελάνι γλείφει τώρα;
Μέρα Θρήνου Νο 347:
αν θυμηθείς, να θρηνήσεις με τρυφερότητα, τιμή και ειλικρίνεια,
όπως αξίζει.
ΙΙΙ Ξανά.
Μες στη φιλόξενη βροχή
σαν να πάγωσε η τροχιά της Γης
γυρίζεις ξανά να φυλάξεις
σαν να γνώριζες από πάντα
τη ματαιότητα μιας τέτοιας κούφιας κίνησης.
Ο,τι γλυστράει κουρασμένο από τη σκέψη
διπλώνει την παραίτησή του
από κάθε άνετη και ασφαλή πια
ενατένιση της προσμονής.
Απαιτεί ο άγριος κάτοικος του ουρανού
μια ειλικρινή μαχαιριά στα σωθικά,
ένα ηρωικό στρίψιμο λεπίδας στην καρδιά,
 ένα βασανισμό άξιο του άλλου παρελθόντος.
Απαιτεί, ακόμα, να αποστρέψεις το βλέμμα,
σαν σκούρα αναπόληση βόλτας στα σκαλιά της βροχής,
να χαράσεις σε ταφόπετρα προσωπική
ματιές 
από εκεί που δε φτάνει πια το μάτι.
Να ποτίζεις με εικόνες 
το χωρίς νόημα σκοτάδι.
Αν νιώθεις την ανάγκη φύλακας να γίνεις
έχε πάντα χαραγμένη στο μέτωπο και μπροστά στα μάτια
τη σιγουριά του κόρακα.
Μέρα Θρήνου Νο 347: 
Πράξεις χωρίς νόημα, 
όπως αυτή εδώ η χαραγμένη προσωπική ταφόπετρα.

Bertolt Brecht: Σονέτο

 
 
 
 
 
 
Ο,τι θυμόμουνα ακόμα απ' τα παλιά της
ήταν φλοίσβοι νερού ή ενός δάσους
έξω από το παράθυρο, μα σύντομα αποκοιμήθηκα
και για πολύ καιρό έλειπα ξαπλωμένος μέσα στα μαλλιά της.

Κι έτσι από αυτήν δεν ξέρω τίποτα άλλο πέρα από, ολότελα κατεστραμμένο
απ' τη νυχτιά
κάτι απ' τα γόνατά της, απ' το λαιμό της όχι και πολλά
μυρωδιά μπάνιου στα ολόμαυρα μαλλιά της
κι ο,τι γι'αυτήν είχα ακούσει πιο μπροστά.

Μου λένε πως ξεχνά κανείς γρήγορα το πρόσωπό της
γιατί ίσως πάνω του διακρίνει με διαφάνεια κάτι τι
που είναι άδειο σαν ένα άγραφο χαρτί.

Είπανε ακόμα ότι η μορφή της λαμπερή δεν ήταν
ήξερε η ίδια πως όλοι την ξεχνούν
κι αν διάβαζε ακόμα τούτα εδώ, η ίδια δε θα αναγνώριζε ποιαν αφορούν.

Την κρύα νύχτα...

                                            

 

                                          




                       Θέλω τα μάτια μου να κρατήσω ανοιχτά μέσα στο αποτρόπαιο σκοτάδι.
Σε λίγο θα λάμψει από τη θάλασσα το κρυστάλλινο πρόσωπο της νεκρής καρδιάς μου. 
Πρέπει ν αγγίξει το τέλος του ορίζοντα, όταν κάθε κραυγή επιστρέφει στη σπηλιά της. 
Δεν πρέπει ο άνεμος της εκκωφαντικής σιωπής να με φοβίσει.
Είναι κι αυτός σύντροφος στην αποψινή μου μάχη, με καθήκον του να με πολεμά! 
Όταν κι αυτός φύγει, θα μείνω ολομόναχος σαν αστέρι που γλύτωσε από την ισοπέδωση των αιώνων. Σ αυτή την κρύα νύχτα, το μόνο που θα ήθελα είναι ένα ζευγάρι μάτια, για να δω μέσα τους να καθρεφτίζονται τα δικά μου μάτια. Να ταξιδέψω στα σύννεφα που μ' εγκατέλειψαν, αφού κάθε τους αναπνοή με ξαναφέρνει πίσω σε αυτά. 
Τα τελευταία λόγια που θα ακούσω, προτού πέσω στην ασυνείδητη θάλασσα, ίσως μπορέσουν να με ξαναφέρουν πίσω. 
Ελπίζω, κάθε φορά που βλέπω εκείνο το Χαμόγελο, να ζωντανεύει μέσα μου αυτό που οι νεκροί δολοφόνοι της ημέρας προσπάθησαν να πνίξουν.
 Ένα κερί που στέκεται στη μέση μιας απρόσωπης, αιώνιας νύχτας. 
 Αν κοιτάξεις καλύτερα, θα προσέξεις ότι έχει τα μάτια μου, φοβάται όπως κι εγώ και περιμένει κι αυτό απ τη δική σου ζεστασιά να ανάψει, φωτίζοντας το σκοτεινό μας μονοπάτι. 
Να ξέρεις μόνο ότι δεν είμαι η μαύρη ύπαρξη που σε τρόμαξε, εκείνο το βράδυ που μόνη περίμενες το σκοτεινό βλέμμα της νύχτας να σε αποχαιρετήσει.
 Ήταν απλά μια παγερή μάσκα που καθήκον της είναι να διώχνει κάθε απειλή από τον έξω κόσμο. 
Αν η ψυχή σου κοιτάξει ξανά με εκείνο το Χαμόγελο, θα φανεί στο σκοτεινό διάδρομο ένας πληγωμένος, ξεπεσμένος άγγελος που ψάχνει, χρόνια τώρα, στα σκουπίδια τη χαμένη του ομορφιά και αθωότητα.