Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Νυχτερινή, απρόσμενη διαταγή.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Χωρίς καμιά αναπόληση αγνάντευε τις κερασιές που ανθίζανε.
Ήταν το ίδιο απόγευμα, ένα χρόνο μετά.
Λογάριαζε σε ένα χαρτί τις στιγμές που θυσίασε,
υπολόγιζε τα βήματα για τη μεγάλη στιγμή που όλο έρχεται
κι όλο και πιο απόμακρη γυναίκα φαντάζει.
Με πνίξαν μυρωδιές λεμονιού,
αυτού που πότιζε τα πρωινά και ανθίζανε,
σαν κάθε νύχτα έλπιζε πως άλλος θα γεννιόταν.  
Γεύτηκε τους χυμούς της Άνοιξης,
με κρύο προσωπείο στεκόταν στο κατώφλι.
Δε θα ξεχάσω 
αλλά κι ούτε θα τολμήσω να γυρίσω πίσω.
Η τρομακτική κραυγή
που καλούσε το λαό
να βομβαρδίσει το συμβούλιο
φάνταζε πια γραφική
σαν πλανόδιος παραμυθάς για τιποτένιους ταξιδιώτες.
Κι ωστόσο, τι αξία έχει πια;

Αν κάθε στιγμή στον ανελέητο τροχό υπακούει;
Αν σβήνουν τα φώτα για να ανάβει το παλάτι τα κεριά του;
Αν ιδρώσαμε για χρόνια 
ώστε να χαρούμε μια στιγμή ανεμελιάς;

Γυρίζω στην πηγή.
Δε φοβάμαι πια τον απέραντο ορίζοντα.
Συνήθισα τα βουνά, βλέπεις,
κι η θάλασσα μου ήταν απωθητική.

Μη γυρίσεις πίσω.
Μόνο φρόντιζε να μην ταπεινώσεις
τη θέληση που δε μπορεί πια άνθρωπος να ακολουθήσει. 

Ξημέρωσε.
Τα πουλιά σε βεβαίωσαν για τη συνέχιση του χορού του σύμπαντος.