"Πού κρυβόταν τόσος θάνατος συσσωρευμένος,
ενώ η ζωή χαμογελούσε χορεύοντας και χάιδευε τα παιδικά μας βήματα;"
Έτσι έκλεισε το μονόλογό του κι απομακρύνθηκε από το πλήθος,
ενώ αυτό δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει την απουσία του.
Άραγε βρισκόταν ποτέ όντως εκεί;
Ή όλη η αφήγηση ήταν ένα στιγμιαίο παραλήρημα,
ως απόρροια του ατυχήματος που αναπόφευκτα τον συνάντησε
στην πιο παγερή κορυφή της ύπαρξής του;
Τα κοράκια περιτριγυρίζουν το χωράφι που σχεδίαζε να σπείρει με χαμογελαστά λουλούδια
Το γνώριζε με θανατερή βεβαιότητα ότι αυτό θα συνέβαινε σε κάθε απρόσμενη πτώση.
Απλώς περίμενε από τη σάλα του θριάμβου τον ανίκητο εχθρό,
με ένα ποτήρι ουΐσκι να προσθέτει οικειότητα στο παγερό κλίμα των φίλων.
Δεν έχει νόημα να κυνηγήσεις τα πλάσματα που κρύβουν τον ήλιο από το νυσταγμένο σου πρόσωπο.
Δεν έχει νόημα να χαμογελάσεις σε σκιερές υπάρξεις που δε θα γνωρίσεις ποτέ.
Δεν έχει νόημα να μην παραδοθείς απλά στο αέναο τρέξιμο του κύκλου,
όπως έκανες και σε όλες τις καθημερινές γιορτές,
όταν τα σκαλοπάτια μετρούσαν αντίστροφα την έναρξη της καθημερινής, σπιτικής χαράς.
Ο θάνατος δεν περιμένει ποτέ.
Περιμένουν μόνο αυτοί που η αβεβαιότητα συννεφιάζει τα νεκρά πια φιλιά τους.
