Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Αποχαιρετισμός στο τείχος του δάσους


"Πού κρυβόταν τόσος θάνατος συσσωρευμένος,
ενώ η ζωή χαμογελούσε χορεύοντας και χάιδευε τα παιδικά μας βήματα;"
Έτσι έκλεισε το μονόλογό του κι απομακρύνθηκε από το πλήθος,
ενώ αυτό δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει την απουσία του.
Άραγε βρισκόταν ποτέ όντως εκεί;
Ή όλη η αφήγηση ήταν ένα στιγμιαίο παραλήρημα,
ως απόρροια του ατυχήματος που αναπόφευκτα τον συνάντησε
στην πιο παγερή κορυφή της ύπαρξής του;
Τα κοράκια περιτριγυρίζουν το χωράφι που σχεδίαζε να σπείρει με χαμογελαστά λουλούδια
Το γνώριζε με θανατερή βεβαιότητα ότι αυτό θα συνέβαινε σε κάθε απρόσμενη πτώση.
Απλώς περίμενε από τη σάλα του θριάμβου τον ανίκητο εχθρό,
με ένα ποτήρι ουΐσκι να προσθέτει οικειότητα στο παγερό κλίμα των φίλων.
Δεν έχει νόημα να κυνηγήσεις τα πλάσματα που κρύβουν τον ήλιο από το νυσταγμένο σου πρόσωπο.
Δεν έχει νόημα να χαμογελάσεις σε σκιερές υπάρξεις που δε θα γνωρίσεις ποτέ.
Δεν έχει νόημα να μην παραδοθείς απλά στο αέναο τρέξιμο του κύκλου,
όπως έκανες και σε όλες τις καθημερινές γιορτές,
όταν τα σκαλοπάτια μετρούσαν αντίστροφα την έναρξη της καθημερινής, σπιτικής χαράς.
Ο θάνατος δεν περιμένει ποτέ.
Περιμένουν μόνο αυτοί που η αβεβαιότητα συννεφιάζει τα νεκρά πια φιλιά τους.


Κανονιές από την άλλη όχθη.



Έτσι όπως χτυπούσαν τα τύμπανα των λαϊκών,
καθώς το φεγγάρι χάριζε στιγμές σκοταδιού και μηχανικής πληρωμής,
γυρνούσαν τρία χρόνια πίσω.
Αυτή τη φορά, όμως, ο γέρος της παραλίας δεν περίμενε κανένα Φθινόπωρο να φανεί.
Δεν είχε κανένα να αποχαιρετήσει στις αρχές κι ούτε κανέναν αγώνα για να προετοιμάζεται,
στοχεύοντας ξεδιάντροπα τον ουρανό.
Τα βέλη του στράφηκαν αλλού αυτή τη φορά.
Είχε δίκιο ο λόγος του μακρινού μάντη:
η δεύτερη φορά είναι σίγουρα κωμωδία.
Τα δάκρυα είναι ψεύτικα κι ας τα υποκινεί η μοναχική του πια ειλικρίνεια.
Δεν περίμενες ποτέ το σκοτάδι να επιστρέψει στα φωτεινά σου βήματα;
Όταν ξεκινούσες το ταξίδι για την απέναντι όχθη, λογάριαζες να δώσεις λόγο ύπαρξης
στα παραμυθένια νησιά του ορίζοντα;
Πίστευες ότι το μπόι σου φτάνει να αντιπαλέψει βουνά και δέντρα που τα φύλλα τους
τα αστέρια συντροφεύουν;
Είχε δίκιο η παλιά εκείνη εγκυκλοπαιδική ρήση:
το μεγάλο άλμα δεν ήταν παρά μια βουτιά στο κενό.
Γιατί, όμως, άργησε τόσο η πτώση;
Μήπως συνέβη από τον προηγούμενο χειμώνα
κι απλά τώρα πέρασε το μεθύσι που καθυστερούσε τον πόνο να εμφανιστεί;
Είχε δίκιο:
όταν σε τριγυρνούν ύαινες,
φρόντιζε το μυαλό σου να λάμπει σαν ακονισμένη λεπίδα
στις τελευταίες λάμψεις του ήλιου που πεθαίνει.