Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Φυγή και πάλη.

                                           


 Ο ορίζοντας δεν έλαμψε απόψε.
Απέστρεψε το βλέμμα του 
από τα όλο πάθος δάση
και γύρεψε σ' άλλο πλανήτη
τη ζεστασιά και τη δροσιά.
Τύλιξε τα όπλα ένα ένα
και χάιδεψε για τελευταία φορά
το παιδί που έστεκε στα σκαλιά του βραδινού τρένου.
Ήθελε να του ανταποδώσει όλη την οικειότητα,
όλη τη βραδινή συγκίνηση κι όλη την κρυμμένη δύναμη
αλλά έμειναν τα μάτια του να κοιτάνε παγωμένα
παρακαλώντας ένα δάκρυ τουλάχιστον
να ζεστάνει τη φυγή.
Κι ύστερα κοίταξε αλλού,
στα αιώνια καρποφόρα χωράφια,
ενθυμούμενος όλα του τα ταξίδια.
Τις ελπίδες και τις πίκρες που φανέρωνε ο κάθε δρόμος,
ο κάθε κύκλος της ρόδας.
Αναπάντεχα κλείστηκε στο αιμάτινο πάρκο
για να συντροφεύει όλα του τα ξεχασμένα φυτά,
όλη την ένταση και τη θέληση του Ήλιου
για νέα και νέα ξανά ζωή.
Αφήνει μόνο αυτό το γράμμα,
σαν μήνυμα για νεώτερες πηγές,
σαν μνημείο της θέλησης για ξεπέρασμα των αιώνιων και ανίκητων πάγων.

Χέρι που τρέμει (από συγκίνηση).





Ονειρεύτηκες ότι η νύχτα
άφηνε τα όνειρά σου εκτεθειμένα
στις απειλές των παλιών φίλων.
Μετρούσες κάθε απόγευμα
πόση λύπη χωράει 
σε κάθε σταγόνα από το ποτάμι που ξεδίψασες. 
Περίμενες με έκπληξη
ένα σημάδι από τον αγαπημένο ουρανό
και ράντιζες το χώμα
με την ελπίδα το αυριανό λουλούδι
να ομορφήνει τους εφιάλτες σου.
Δεν ήταν απειλή η κραυγή της άλλης πλευράς
ήταν κλάμα για το νεογέννητο παιδί που χάθηκε
καθώς εξερευνούσε όλο το φάσμα της ανθρώπινης αγάπης.
Δως μου μόνο ένα κλαδί από το δέντρο μας
να με συντροφεύει κάθε φορά που η στεναχώρια
σκίζει τους κοιτώνες των χαμένων εραστών.
Κυλήσου στο πάτωμα
αναμένοντας τη λύτρωση στα μάτια της αναγεννημένης καταγίδας.
Ντύσου με την προβιά των χαμένων αγαθών,
κι ας είναι λίγα για να διώξουν το κρύο που έρχεται.
Κι αν περιμένεις το φως να διακοπεί από την οικεία σκιά,
γύρεψε καλύτερα στο οικείο σου φως
την απάντηση στο όλο θλίψη κοίταγμά σου στον ορίζοντα.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Νέα Ανατολή.



                                      


Κρατώντας στα χέρια
και στην αγκαλιά 
το κουφάρι ενός Νέου, Περήφανου Κόσμου
απευθυνόταν στις ψαλμωδίες των παλιών Θεών,
εν μέρει για παρηγοριά  
κι εν μέρει για έναν ακόμα σοβαρό λόγο ταξιδιού.
Το φως δεν είδε ακόμα τα αποτρόπαια
θλιμμένα όνειρα του σκότους.
Δεν κράτησε στα χέρια του 
τα δέντρα της απόλαυσης 
ούτε χόρεψε με νεράιδες του πόθου που καραδοκούν 
σε κάθε μονοπάτι του παλιού μονοπατιού.
Μόνο χάιδεψε λίγο, 
ίσα που το νιώθεις, 
τις φλέβες ενός θλιμμένου αύριο,
και χόρεψε σε καταρράχτες φωτιάς και ηδονής
για τις νύχτες που γεννιούνται από δω και πέρα.
Είναι άραγε άξιο το λιοντάρι της νιότης
να ζέψει όσα αγαθά πλούτισαν τα βουνά μας;
Είναι δυνατός
ο ιππότης του ανέφελου σκότους
να διώξει με απάθεια
τους εχθρούς της γδαρμένης ντροπής;
Είναι αρκετά τα όνειρα
να ζέψουν τα άλογα 
για μια νέα πατρίδα;
Δεν πικράθηκα τόσο 
από την πρόσμονη 
όσο από το σκοτάδι 
των μονοπατιών
που η πένθιμη, πολεμική καμπάνα προμηνούσε.
Μη θλίβεσαι από όσα ονειρεύτηκες,
οι μέρες που έρχονται
προμηνύουν οργή μεγάλη.






Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Το καράβι της φυγής.

 Ι)  Οι μέρες Θρήνου πέρασαν.
 

Σκηνή 25η: Μετά από χρόνια απραξίας,
τραβά το μακρύ δρόμο για μια νέα συνείδηση.
Ποια μονοπάτια περίμεναν τα βήματά του; 
Ένα τοτέμ στημένο στο κέντρο του σύμπαντος
καραδοκεί να γίνει η Γη που ξεκουράζει το ευγενές.
Μόνο στο σκοτάδι αποκαλύπτονται
όσα κρύβει ο καπνός ανησυχαστικού θυμιάματος.
Μόνο η αγγελία της βροχερής Συμφιλίωσης
στάθηκε ικανή να ταράξει τη βουβή νύχτα.
Μόνο το χαρωπό ηλιοβασίλεμα
ξεπέρασε σε ισχύ το βάρος των ημερών που έρχονται.
Οι μέρες Θρήνου πέρασαν.
Τι μας περιμένει 
στην άγουρη ακόμα λάμψη στον ορίζοντα; 




ΙΙ)  Σύννεφα Συμφιλίωσης.
  

Σκιές πάθους
σε μια νύχτα
που πέρασε σέρνοντας αέρινα πεδία και επιδιώξεις.
Τυλίγαμε με κέρινη φυγή
όσα δεν προσπαθήσαμε αρκετά να φωτίσουμε.
Ξεραίναμε τα λουλούδια 
για να διατηρήσουμε σε νεκρική αιωνιότητα 
το άρωμά τους.
Συννεφιάζαμε κάθε αυγή του Χθες
που φώτιζε παραπάνω από όσο αντέχουμε.
Δεν αποστρέφω το πρόσωπό μου 
από όσα η ανεμελιά δε στάθηκε αρκετή 
να θρέψει.
Παρά με σύννεφα συμφιλίωσης
γράφουμε για όσα
το δίχτυ δε στάθηκε ικανό
να σύρει στην πολυκύμαντη απαξίωση.







ΙΙΙ)  Νεογέννητο, Φωτεινό Αστέρι.


Όταν κατάφερε με φόβο να δείξει... 
Καλωσόρισες στον εσωτερικό εαυτό μου.
Σε έκρινα άξια να συναντηθείς μαζί του.
Κυριαρχεί άπειρη σήψη,
αυτή που κρύβω με επιμέλεια και φθορά.
Κάποιοι προδώσαν τις θέσεις τους.
Άλλοι κυριάρχησαν με την αδυναμία τους.
Οι πιο πολλοί απλώς παρακολουθούσαν. 
Ταξίδευα εν αγνοία μου τόσα χρόνια
παρέα με τον άγνωστο γέρο 
και σημάδευε  το μέτωπό μου η ανησυχία 
ότι εγώ κι αυτός είμαστε το ίδιο πρόσωπο.
Πόσες νύχτες περάσαν από τότε; 
Ξύπνησα έστω και μια φορά
χωρίς τα σημάδια εφιάλτη στο πρωινό μαξιλάρι; 
Αποχαιρετούμε με αγαλλίαση τις Μέρες Θρήνου.
Αφήνουμε στο φονικό λιβάδι τα αγκάθια
-κι ας μείνουν οι ουλές τους αιώνια
χαραγμένες στο δέρμα- 
και φιλάμε με Ιερό Τρόμο  
το μονοπάτι που αγκαλιάζει
το Νεογέννητο Φωτεινό Αστέρι. 



 ΙV)  Η Νύχτα της Μέθης.


Οι αναπάντεχες κραυγές του δάσους
 χάρισαν μελωδικότητα στη νύχτα.
Η σιωπή πρόσφερε γαλήνια προετοιμασία
στις σιωπηλές μα υπερκόσμιες 
ανταλλαγές συνείδησης.
Πόσο μακρυά φτάνει η επιδίωξή σου;
Είναι η αγάπη σου
σκληρή και λαμπερή σαν διαμάντι,
σταθερή σαν ατσάλι,
γοητευτική σαν τα Μάτια της Νύχτας;
Ποιος θα αντέξει την Ημέρα της Μεγάλης Οργής;
Κάποτε έλεγες:
"Πώς μπορώ να ονειρευτώ, φίλε μου,
όταν δεν έχω μέσα μου ελπίδα;"
Τώρα αναρωτιέσαι
αν το όνειρο μπορεί να γίνει
κάτι παραπάνω από ελπίδα.
Τρυπάμε τη νύχτα 
με δόρατα ακονισμένα
στο χειμερινό κελάρι της προσμονής.
Ονομάζω ιερή 
αυτή την επιδίωξη του δόρατος
να σκίσει το πηχτό σκοτάδι!


V)  Η αρχή.

Περιμένοντας κάθε πνοή
σαν χάδι φύλλου στον ταξιδιάρη αέρα
σβήνουν τα αστέρια ένα ένα
στο δρόμο που πρωτοταξιδεύουμε. 
Τι σύννεφα έδωσαν απόκοσμη λαχτάρα στο δρόμο μας;
Γιατί τα παράθυρα κλείνουν πάντα
όταν οι τοίχοι τρέμουν με λυγμούς; 
(...)
Αρκετά!
Η νύχτα πέρασε, 
φτερούγες μάχης δίκαιης 
λάμψαν στις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Άφησε πια τον τόμο στο χρυσό, σκονισμένο κελάρι.
Σε περιμένουν όλα όσα είχες ξεχάσει κάποτε εκεί. 

(Κρονστάνδη, Αύγουστος 1918- Νότιες Ακτές, Αύγουστος 2013). 



Επίμετρο:
Η στιγμή περνά προτού την αγκαλιάσεις.
Τα αστέρια σβήνουν 
πριν προλάβεις να χαράξεις το όνομά τους.
Το τραγούδι σωπαίνει
πριν προλάβεις να αναγνωρίσεις τη μελωδία.
Άξιζαν, λοιπόν, τόσα δάκρυα, 
τόσες άυπνες νυχτες αγκαλιά με το προσφιλές, κρυμμένο σκοτάδι;
Όλα θα τα αποθηκεύσω με αγάπη
στο υπόγειο, προσεγμένο μου παλάτι
και θα προσμένω με αγαλλίαση κι όχι με βιασύνη
την άγια μέρα που η λαχτάρα για Χορό
θα νικήσει το φόβο του γύρω γκρεμού!
Φιλώ το μέτωπο με τις χρυσές σκέψεις,
φιλώ τα μάτια που κάθε νύχτα φροντίζαν για την κίνηση των άστρων,
φιλώ το στόμα που γλύκανε την πίκρα του χωραφιού και του λιμανιού,
φιλώ τα χέρια που δε φοβήθηκαν να σφίξουν την αιωνιότητα
και, τέλος, φιλώ κάθε άστρο που συνόδευε την ευγενική πορεία! 

(Νότιες Ακτές, Αύγουστος 2014). 




Μέρα Θρήνου Νο 570

                                        


Καλωσορίζω με φόβο τη γη που φώτισε τα γαλάζια μου βήματα.
Τη φιλώ σε κάθε της ομορφιά, στα ποτάμια, τα βουνά και τις θάλασσές της.
Βρέθηκα εδώ μετά από ταξίδι ανάμεσα στην πείνα και το θάνατο. 
Ο χρησμός της χθεσινής Πυθίας 
έδειχνε με πάθος τη λαχτάρα για νίκη. 
Αύριο θα ονειρευόμαστε άραγε με την ίδια χάρη
με την ίδια κομψή άνεση 
που περιμένει με ανυπομονησία 
λες και η αιωνιότητα τελειώνει το επόμενο λεπτό; 
Θα μπούμε σε νέα δάση να καλωσορίζουμε την Άνοιξη με σεμνές οργιαστικές τελετές; 
Θα δείχνουμε με την πλώρη κατά το Νότο, μέχρι τους αιώνιους πάγους; 
Πίσω από τη μαύρη κουρτίνα
ένιωσα μια σκιά να κινείται.
Δεν άκουσα αν μιλούσε,
δεν είδα τη ματιά της
αλλά αναγνώρισα μόνο το ήσυχο σαν ψίθυρο στο σκοτάδι βήμα της.
Ήταν πολλά βράδια που 
κοίταζα την κουρτίνα
και χαιρόμουν με την απουσία κίνησης.


"Το επόμενο θα είναι και το τελευταίο". 
Η κουρτίνα κινήθηκε,
η παγερή σιωπή μας τρύπησε αυτιά,
κανένας δε βάσταξε κι όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους πριν την καταιγίδα.
Μόνο το φεγγάρι αναπολούσε τον κρύο βροχερό χειμώνα.
Αλλά ήταν αρκετό για να πλακώσει στην ουδέτερη νύχτα μια κραυγή απόγνωσης. 
Μέρα Θρήνου Νο 570:
η καθησυχαστική σκέψη ότι το χάος πίσω από την κουρτίνα που δεν άνοιξες ποτέ 
έχει μορφή. 


(19 Ιουλίου 2013)

Μέρα Θρήνου Νο 546.

                                           


Γιορτάζουμε.
Για την πνιγμένη στη λησμονιά αθωότητα.
Για όλα τα παιδιά που δε θα ξαναδούν μια πεταλούδα
σαν να ήταν πρώτη φορά.
Πνίγουμε την ανυπομονησία
με σταλαγματιές από νέκταρ ξεχασμένο 
στους αιώνες των αιώνων. 
Κήποι και μακρινά δάση
δε θα χαϊδέψουν ξανά ποτέ 
την ήσυχη επιδερμίδα των ονείρων.
Ούτε το συντροφικό παράθυρο 
θα  μας κοιτάξει ξανά
σαν να εύχεται δύναμη στον αγώνα.
Περιμένουμε την κομμένη στα δύο νύχτα 
να μας συντροφέψει σαν φώτα μακρινής πόλης
σαν ανάμνηση χορού που δε χορεύτηκε ποτέ.
Ύστερα, γνωρίζουμε με ανέλπιδη σιγουριά
ότι πέρασε η Άνοιξη των χειλιών,
η χαρούμενη ευθυμία των ανοιξιάτικων πουλιών της νύχτας,
οι πόρτες που ανοίγουν σε Νέους Κόσμους, 
το τρένο που σπρώχναμε όλοι μαζί για τον αγαπημένο προορισμό. 
"Το τρένο σταμάτησε στο Βερολίνο",
ακούσαμε στις βραδινές ειδήσεις.
Ίσως να ήταν αυταπάτη
αλλά πόσο άγιο είναι το ψέμα
που δίνει μια θεϊκή ουσία στον άνθρωπο; 
Κάναμε βόλτα στα στενοσόκακα Παρισιού το '71,
αγναντεύαμε το αυγουστιάκο φεγγάρι,
σχεδιάζαμε ταξίδια στις πόλεις της κόκκινης νύχτας, 
λίγα σου είναι όλα αυτά;
Καμιά δύναμη πια δεν ταξιδεύει
εκεί που γερασμένες φωνές δεν κοιτάζουν πια στο λιμάνι
αλλά στο χάος που πλανιέται κάτω από τα πόδια μας. 
Μέρα Θρήνου Νο 546:
Θα μπορούσα να σου πω κι άλλα
αλλά ξέρω ότι περιμένεις κι απόψε την καθημερινή, καθιερωμένη επίσκεψη.  


(26 Ιουνίου 2013)

Φλεγόμενος χορευτής.

                                      


Για μια νύχτα πίστεψα
στην αλήθεια των χειλιών,
στο κάθε άγγιγμα ανέμου που έδινε ενδιαφέρον στο σκοτάδι.
Οι μοναχικοί οδοιπόροι των βουνών
δεν περιμένουν ανταμοιβή για τους κόπους τους.
Οι κόποι τους είναι η ανταμοιβή τους.
Το νυχτερινό επαναλαμβανόμενο μέτρημα
μόλις ξεκινά.
Θα δεις τα δέντρα που σε συντρόφευαν στην απεγνωσμένη απόλαυση.
Τα λιμάνια που κανείς δεν περίμενε.
Τους φάρους που άναβαν χωρίς λόγο.
Τα νερά που δεν περίμεναν καμιά θάλασσα συμφιλίωσης.
Ωστόσο, ακόμα και στις εποχές των γκρεμισμένων αστεριών,
αδέρφια μας πιστεύουν στων χειλιών την αλήθεια.
Τι περίμενες καθώς χόρευες στην κορυφή;
Την κατανόηση αυτών που ανάβουν τους φάρους χωρίς νόημα;
Περίμενες αγαπημένους συγγενείς στην προκυμαία;
Ή μήπως την αναπάντεχη σιγουριά ότι αλλάζουν οι εποχές 
πριν αλλάξει η αντίληψή μας για αυτές;
Μέρα Θρήνου Νο 535:
Η απεγνωσμένη προσπάθεια να πεις την αλήθεια,
όταν το Ψέμα σου σε περιμένει στην επόμενη γωνία.